Υπάρχουν μέρες που δεν μπορείς ούτε να πας μέχρι το μπάνιο χωρίς μια μικρή σκιά να σε ακολουθεί. Άλλες πάλι που νιώθεις ότι έχεις μετατραπεί σε προσωπικό στήριγμα, συναισθηματικό, πρακτικό. Το παιδί κρεμιέται από το πόδι σου, το μπράτσο σου, το μπλουζάκι σου, κι εσύ αναρωτιέσαι πότε ακριβώς έγινε το σπίτι σας πίστα αναρρίχησης. Και μέσα σε όλη αυτή την τρυφερή υπερβολή, κάπου ανάμεσα στο «τι γλυκό που με θέλει» και στο «δεν έχω πάρει ανάσα από χθες», γεννιέται η κλασική ερώτηση: Γιατί συμβαίνει;

Η αλήθεια είναι ότι το φαινόμενο του «velcro kid» δεν έχει καμία σχέση με το αν είσαι καλή μαμά ή καλός μπαμπάς. Έχει σχέση με το πού βρίσκεται αναπτυξιακά το παιδί σου και με το πόσο ασφαλές νιώθει μαζί σου.

Γιατί το παιδί είναι κολλημένο πάνω σου (κυριολεκτικά)

Αυτό το κλάμα όταν βγαίνεις από το δωμάτιο, το δραματικό άνοιγμα της πόρτας του μπάνιου λες και κάνει guest εμφάνιση σε ταινία τρόμου, ή το να σε ακολουθεί βήμα-βήμα είναι στην ουσία ένα πράγμα: ανάγκη. Ανάγκη για εγγύτητα, για σιγουριά, για το «είσαι εδώ, έτσι;».

Στα μικρότερα παιδιά αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό. Ο εγκέφαλός τους ακόμη μαθαίνει ότι, όταν φεύγεις, δεν εξαφανίζεσαι σε άλλο σύμπαν. Η περίφημη «αντικειμενική μονιμότητα» αρχίζει να σταθεροποιείται γύρω στους εννιά μήνες, και μέχρι τότε είσαι κάπως σαν WiFi, αν δεν σε βλέπουν, θεωρούν ότι χάθηκε το σήμα.

Αργότερα, η προσκόλληση μπορεί να φουντώσει ξανά λόγω αλλαγών, άγχους, νέων εμπειριών ή απλά επειδή το παιδί δοκιμάζει την ανεξαρτησία του… με τροχονόμο εσένα. Ό,τι κι αν συμβαίνει, το «κολλάω πάνω στη μαμά/στον μπαμπά» είναι περισσότερο απόδειξη εμπιστοσύνης παρά ένδειξη κακής γονεϊκής πορείας.

Γιατί μερικά παιδιά είναι πιο «velcro» από άλλα

Όπως κι εμείς, έτσι και τα παιδιά έχουν τεράστιες διαφορές στον χαρακτήρα. Υπάρχουν τα πιο ανεξάρτητα, που κάποτε εξερευνούσαν το σπίτι σαν μικροί εξερευνητές, μέχρι που μια αλλαγή στη ρουτίνα, ένα σχολείο, μια μετακόμιση, μια νέα φάση, τους κάνει ξαφνικά να θέλουν να είσαι κολλημένη πάνω τους από το πρωί μέχρι το βράδυ.

Και υπάρχουν και εκείνα τα παιδάκια που γεννιούνται «μαμά-ραντάρ» και σιγά σιγά ανοίγουν τα φτερά τους. Οι φάσεις αυτές έρχονται, φεύγουν, ξανάρχονται και, το βασικότερο, δεν κρατάνε για πάντα. Πίσω τους κρύβονται άλματα ανάπτυξης, μικρές ανησυχίες και ένας εγκέφαλος που προσπαθεί να βρει νόημα τον κόσμο.

Πώς στηρίζεις το παιδί… χωρίς να χάσεις τον εαυτό σου

Ναι, η προσκόλληση έχει κάτι γλυκό. Αλλά έχει και κάτι εξαντλητικό, ειδικά όταν νιώθεις ότι δεν έχεις δικό σου χώρο ούτε για μια βαθιά ανάσα. Εκεί έρχονται τα όρια. Όχι τα μεγάλα και τρομακτικά, τα μικρά, σταθερά, καθημερινά όρια που δείχνουν στο παιδί ότι μπορεί να δοκιμάσει μόνο του και ότι θα είσαι πάντα εκεί όταν χρειάζεται.

Οι ρουτίνες είναι σωτήριες: η προβλεψιμότητα ρίχνει το άγχος. Επίσης βοηθά πολύ να κάνεις μικρές «δοκιμαστικές» αποχωρήσεις, σύντομες, ήρεμες, με σταθερή επιστροφή. Αυτό χτίζει εμπιστοσύνη πιο γρήγορα από οποιαδήποτε θεωρία.

Και φυσικά, μην ξεχνάς να επιβραβεύεις τις μικρές στιγμές ανεξαρτησίας. Ακόμη κι αν το παιδί στάθηκε μόνο του για δύο λεπτά χωρίς να σε ψάχνει πανικόβλητο, αυτό είναι πρόοδος.

Παράλληλα, χρειάζεσαι και εσύ φροντίδα. Το πεντάλεπτο ησυχίας, η βοήθεια από τον σύντροφο, η κουβέντα με μια φίλη που «σε νιώθει», όλα αυτά δεν είναι πολυτέλεια, είναι ανάγκη. Το δικό σου σύστημα πρέπει επίσης να γεμίζει μπαταρία.

Τίποτα δεν κρατάει για πάντα (ούτε αυτή η φάση)

Δεν υπάρχει γονιός που να μην έχει περάσει από τη φάση του velcro kid. Και, δόξα τω Θεώ, δεν υπάρχει φάση που να κρατάει αιώνια. Το παιδί σου θα πάρει τον χώρο του όταν νιώσει έτοιμο. Εσύ θα ξαναπάρεις ανάσα, ολόκληρη, βαθιά και χωρίς μικρά χεράκια να τραβάνε το μπλουζάκι σου.

Μέχρι τότε; Να θυμάσαι ότι αυτή η ανάγκη για εγγύτητα είναι απόδειξη δέσιμου. Με λίγη υπομονή, σταθερά όρια και καθημερινή φροντίδα και για τους δύο, θα βρείτε το ρυθμό που σας ταιριάζει.