Το Σύνδρομο της Καλής Κόρης δεν είναι μια ιατρική πάθηση, αλλά ένα αόρατο κοινωνικό συμβόλαιο που υπογράφεται στην παιδική ηλικία και σφραγίζεται με την επιβράβευση της υποταγής. Ξεκινά από την εικόνα του «ήσυχου παιδιού» που δεν προκαλεί πονοκεφάλους και καταλήγει σε μια ενήλικη ζωή γεμάτη καταπιεσμένα θέλω και μια διαρκή, εξαντλητική ανάγκη για εξωτερική επιβεβαίωση. Είναι η ιστορία της γυναίκας που έμαθε ότι η αξία της ισούται με το πόσο χρήσιμη και ευχάριστη είναι για τους γύρω της.

Η γέννηση μιας τέλειας ψευδαίσθησης

Όλα ξεκινούν από το οικογενειακό περιβάλλον, όπου η αγάπη και η προσοχή προσφέρονται ως αντάλλαγμα για την καλή συμπεριφορά, τους υψηλούς βαθμούς και την απουσία αντιλογίας. Το παιδί αντιλαμβάνεται νωρίς ότι τα δικά του συναισθήματα —ειδικά ο θυμός ή η διαφωνία— είναι επικίνδυνα γιατί μπορεί να απογοητεύσουν τους γονείς. Έτσι, δημιουργεί μια προσωπικότητα «χαμαιλέοντα», η οποία προσαρμόζεται απόλυτα στις επιθυμίες των άλλων, θάβοντας τον αληθινό της εαυτό κάτω από στρώματα ευγένειας και προθυμίας.

Το βαρύ τίμημα της ενήλικης συμμόρφωσης

Στην ενήλικη ζωή, αυτό το σύνδρομο μετατρέπεται σε έναν εσωτερικό δυνάστη που επηρεάζει κάθε πτυχή της καθημερινότητας. Η γυναίκα που υποφέρει από αυτό δυσκολεύεται αφάνταστα να πει «όχι», θεωρώντας ότι κάθε άρνηση ισοδυναμεί με προδοσία. Στον εργασιακό χώρο, καταλήγει να φορτώνεται τις ευθύνες όλων, ενώ στις προσωπικές σχέσεις συχνά εγκλωβίζεται σε ρόλους φροντιστή, παραμελώντας πλήρως τις δικές της ανάγκες. Το αποτέλεσμα είναι μια διαρκής εσωτερική ένταση, καθώς η ενέργειά της αναλώνεται στο να κρατά τους πάντες ευχαριστημένους, ενώ η ίδια νιώθει συναισθηματικά άδεια.

Η παγίδα της τελειομανίας και του φόβου

Η «καλή κόρη» ζει με τον μόνιμο τρόμο του λάθους, καθώς η ταυτότητά της είναι χτισμένη πάνω στην εικόνα της αλάνθαστης. Κάθε κριτική βιώνεται ως προσωπική καταστροφή και κάθε αποτυχία γεννά δυσανάλογα μεγάλες ενοχές. Αυτός ο φόβος την εμποδίζει από το να πάρει ρίσκα ή να διεκδικήσει αυτά που πραγματικά επιθυμεί, αφού η ασφάλεια της κοινωνικής αποδοχής είναι πάντα πιο σημαντική από την προσωπική εξέλιξη. Η ζωή της γίνεται μια σειρά από «πρέπει» που πνίγουν το «θέλω», οδηγώντας συχνά σε κρίσεις άγχους ή κατάθλιψη.

Η απελευθέρωση από αυτό το σύνδρομο απαιτεί μια επώδυνη αλλά αναγκαία συνειδητοποίηση: ότι η δυσαρέσκεια των άλλων είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσει κανείς για την ελευθερία του. Η μετακίνηση από την «καλή κόρη» στην «αυθεντική γυναίκα» περιλαμβάνει την αποδοχή του θυμού ως έγκυρου συναισθήματος και την εκμάθηση της οριοθέτησης ως πράξη αυτοσεβασμού. Το να σταματήσει μια γυναίκα να είναι το «καλό παιδί» δεν σημαίνει ότι γίνεται σκληρή, αλλά ότι επιλέγει επιτέλους να συμπεριλάβει και τον εαυτό της στη λίστα των ανθρώπων που αξίζουν τη φροντίδα και την αγάπη της.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published.