Υπάρχει μια μεγάλη αλήθεια που δύσκολα παραδεχόμαστε μεγαλώνοντας και αλλάζοντας σπίτια. Ότι τα μικρά σπίτια, αυτά με τα λίγα δωμάτια και τους τοίχους που σε φέρνουν αναγκαστικά κοντά με τον άλλον, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για μοναχικότητα. Και αυτό, όσο κι αν ακούγεται αντίθετο με όσα μας έχουν μάθει, συχνά λειτουργεί υπέρ μας.

Σκέψου μια τετραμελή οικογένεια σε ένα απλό τριάρι. Δεν υπάρχει «δικό μου δωμάτιο» για όλους κάθε στιγμή. Κάποιος μιλάει στο τηλέφωνο, κάποιος βλέπει τηλεόραση, κάποιος μαγειρεύει. Αν θέλεις απόλυτη ησυχία, κακή τύχη. Η μόνη επιλογή είναι να συμβιβαστείς με την παρουσία των άλλων. Και κάπως έτσι, χωρίς μεγάλα λόγια, μαθαίνεις να ζεις μαζί τους.

Σε άρθρο της Washington Post, περιγράφεται μια τέτοια οικογένεια που όχι μόνο αποδέχτηκε τη μικρή της κατοικία, αλλά την έκανε και σημείο αναφοράς. Οι φίλοι τους, παρότι ζούσαν σε μεγαλύτερα σπίτια, διάλεγαν αυτό το μικρό διαμέρισμα για να συναντηθούν. Όχι επειδή ήταν άνετο. Αλλά επειδή είχε ζωή.

Η μητέρα θυμάται τα χρόνια που ζούσαν όλοι μαζί σε μόλις 52 τετραγωνικά μέτρα και τα αποκαλεί τα καλύτερα της ζωής της. Όχι από νοσταλγία. Από εμπειρία.

Και κάπου εδώ αρχίζει να τρίζει το λεγόμενο Αμερικανικό Όνειρο. Για δεκαετίες, η ευτυχία παρουσιαζόταν πακεταρισμένη σε ένα μεγάλο σπίτι στα προάστια. Όσο μεγαλύτερο, τόσο καλύτερο. Το πρόβλημα είναι ότι, παρόλο που τα αμερικανικά σπίτια έχουν σχεδόν διπλασιαστεί σε μέγεθος, οι άνθρωποι μέσα τους δεν δηλώνουν πιο ευτυχισμένοι.

Ο οικονομολόγος Mariano Rojas το λέει ξεκάθαρα. Ο χώρος είναι απλώς μία μεταβλητή και όχι καν η σημαντικότερη. Όταν καλυφθεί η βασική ανάγκη της στέγασης, τα επιπλέον τετραγωνικά δεν γεμίζουν το νόημα της ζωής. Αν, μάλιστα, για να αποκτήσεις μεγαλύτερο σπίτι, θυσιάσεις σχέσεις και χρόνο, τότε το πρόβλημα μόλις ξεκίνησε.

Το μεγαλύτερο σπίτι ενθουσιάζει στην αρχή. Μετά, όμως, η ικανοποίηση ξεφουσκώνει. Επιστρέφει εκεί που ήταν ή και χαμηλότερα. Κι έτσι καταλαβαίνεις κάτι άβολο. Το «είσαι ευχαριστημένος με το σπίτι σου» δεν είναι το ίδιο με το «είσαι ευχαριστημένος με τη ζωή σου».

Οι οικονομολόγοι συμφωνούν ότι είμαστε τραγικοί στο να βάζουμε σωστές προτεραιότητες. Υποτιμούμε τα κόστη, δάνεια, μετακινήσεις, συντήρηση και υπερεκτιμούμε το όφελος του χώρου. Την ίδια στιγμή, υποβαθμίζουμε αυτά που πραγματικά μας κρατούν όρθιους. Το να τρως με τους ανθρώπους σου, να βλέπεις τα παιδιά σου το βράδυ, να ξέρεις τους γείτονες, να περπατάς στη γειτονιά χωρίς να μετράς χιλιόμετρα.

Δεν μας κάνουν δυστυχισμένους τα μεγάλα σπίτια. Μας κάνουν αυτά που αφήνουμε πίσω για να τα αποκτήσουμε. Κι έτσι καταλήγουμε πλούσιοι σε τετραγωνικά και φτωχοί σε σχέσεις.

Οι κοινωνικοί επιστήμονες μιλούν για την καμπύλη του ανεστραμμένου U. Ούτε η απόλυτη μοναξιά, ούτε ο ασφυκτικός συνωστισμός φέρνουν ευτυχία. Κάπου στη μέση βρίσκεται η ισορροπία. Ο οικονομολόγος Gerardo Leyva ανέλυσε χιλιάδες νοικοκυριά και διαπίστωσε κάτι απλό. Τα πιο ευτυχισμένα σπίτια είχαν τέσσερα έως έξι άτομα. Όχι επειδή ήταν μεγάλα. Αλλά επειδή ήταν ζωντανά.

Μετά από ένα βασικό όριο άνεσης, κάθε επιπλέον δωμάτιο αποδίδει όλο και λιγότερη χαρά. Αντιθέτως, ένα πολύβουο σπίτι χτίζει δεσμούς. Και οι δεσμοί αυτοί λειτουργούν σαν δίχτυ ασφαλείας όταν η ζωή δυσκολεύει.

Υπάρχει, βέβαια, και η παγίδα της σύγκρισης. Ο οικονομολόγος συμπεριφοράς Clément Bellet μιλά για το φαινόμενο McMansion. Ακόμα κι αν μετακομίσεις σε μεγαλύτερο σπίτι, η ικανοποίησή σου εξαφανίζεται αν οι γύρω σου έχουν ακόμα μεγαλύτερα. Είναι σαν να σηκώνεται ένας σε ένα στάδιο και να αναγκάζει όλους τους υπόλοιπους να σηκωθούν. Κανείς δεν βλέπει καλύτερα και όλοι κουράζονται περισσότερο.

Και τελικά, τι κάνουμε με όλα αυτά. Όχι, το μικροσκοπικό σπίτι δεν είναι η μαγική λύση. Το σωστό ερώτημα, όμως, δεν είναι πόσα τετραγωνικά αντέχω. Είναι τι είδους ζωή θέλω να χωράει μέσα στο σπίτι μου.

Η γειτονιά παίζει τεράστιο ρόλο. Η πρόσβαση, οι δημόσιοι χώροι, οι άνθρωποι γύρω σου. Επίσης, το πώς χρησιμοποιείς τον χώρο μετρά περισσότερο από το πόσος είναι. Τα περισσότερα σπίτια, ακόμα και μεγάλα, ζουν σε δύο ή τρία δωμάτια. Εκεί που τρώμε, μιλάμε, γελάμε.

Κάνε ένα απλό τεστ. Το σπίτι σου τραβάει ανθρώπους ή σε απομονώνει. Αν είναι το πρώτο, είσαι σε καλό δρόμο.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, κανένα μεγαλύτερο σπίτι δεν μπορεί να αντικαταστήσει έναν φίλο στη διπλανή πόρτα, μια γειτονιά που περπατιέται και το αίσθημα ότι δεν χρειάζεται να τρέχεις συνεχώς για να τα προλάβεις όλα. Εκεί κάπου, χωρίς πολλά τετραγωνικά, χωράει η ευτυχία.

Leave a Reply

Your email address will not be published.