Για πολλά χρόνια, το σκηνικό ήταν σχεδόν ίδιο σε κάθε ελληνικό σπίτι. Μπαίναμε σε ένα σαλόνι γεμάτο συγγενείς και πριν καλά καλά αφήσουμε το μπουφάν, ερχόταν η γνωστή φράση. «Πήγαινε δώσε ένα φιλί στη γιαγιά». «Αγκάλιασε τον θείο». Ήταν κάτι τόσο συνηθισμένο, που κανείς δεν το περνούσε από δεύτερη σκέψη. Έτσι γινόταν και τέλος.
Σήμερα, όμως, τα πράγματα έχουν αρχίσει να αλλάζουν. Όχι επειδή οι οικογένειες έγιναν πιο ψυχρές ή επειδή χάθηκε η τρυφερότητα. Αλλά επειδή όλο και περισσότεροι γονείς θέλουν να μεγαλώσουν παιδιά που να γνωρίζουν ότι το σώμα τους είναι δικό τους. Ότι δεν χρειάζεται να προσφέρουν αγκαλιές και φιλιά από υποχρέωση. Ότι η αγάπη δεν μετριέται με αναγκαστικές κινήσεις, αλλά με αληθινή διάθεση.
Κάπου εκεί, λοιπόν, ξεκινά και η δυσκολία. Γιατί αυτό που για ένα παιδί είναι δικαίωμα, για έναν παππού ή μια γιαγιά μπορεί να μοιάζει με απόρριψη. Και αυτή η σύγκρουση δεν είναι θεωρητική. Είναι πολύ καθημερινή και, ας είμαστε ειλικρινείς, αρκετά άβολη.
Το σώμα του παιδιού δεν είναι κοινωνική υποχρέωση
Όταν επιτρέπεις σε ένα παιδί να πει «δεν θέλω αγκαλιά», στην πραγματικότητα του μαθαίνεις κάτι πολύ πιο σημαντικό από έναν διαφορετικό τρόπο χαιρετισμού. Του μαθαίνεις να αναγνωρίζει το συναίσθημά του, να ακούει την αμηχανία του και να εμπιστεύεται το ένστικτό του. Αυτό δεν είναι μικρό μάθημα. Είναι βάση.
Ένα παιδί που μεγαλώνει με την αίσθηση ότι μπορεί να ορίζει τα όριά του, χτίζει σταδιακά πιο σταθερή αυτοεκτίμηση. Μαθαίνει ότι η δυσφορία του μετράει. Ότι το «όχι» του δεν είναι αγένεια. Ότι δεν χρειάζεται να κάνει το σώμα του διαθέσιμο μόνο και μόνο για να μη στενοχωρήσει κάποιον άλλον. Και αυτή η στάση δεν αφορά μόνο τα παιδικά χρόνια. Είναι ένα πολύτιμο εφόδιο που το ακολουθεί αργότερα στις φιλίες, στις ερωτικές σχέσεις, ακόμα και στον τρόπο που θα διεκδικεί σεβασμό ως ενήλικας.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι αντί να πιέζεις το παιδί να δώσει φιλί ή αγκαλιά, μπορείς να του προτείνεις εναλλακτικές. Ένα χαμόγελο, ένα γεια, ένα χέρι, ένα high five, ένα αστείο που έχει γίνει δικός τους κώδικας. Έτσι το παιδί παραμένει ευγενικό και συνδεδεμένο, χωρίς να νιώθει ότι παραβιάζει τον εαυτό του.
Οι μεγαλύτεροι δεν φταίνε, απλώς έμαθαν αλλιώς
Εδώ είναι και το σημείο που θέλει τη μεγαλύτερη ψυχραιμία. Γιατί οι παππούδες συνήθως δεν λειτουργούν από κακή πρόθεση. Δεν σκέφτονται «θα πιέσω το παιδί». Στο μυαλό τους, η αγκαλιά είναι αγάπη. Είναι τρόπος σύνδεσης, τρόπος οικειότητας, τρόπος να νιώσουν ότι έχουν θέση στη ζωή του εγγονιού τους.
Γι’ αυτό και αν ένα παιδί τραβηχτεί ή αρνηθεί, εκείνοι μπορεί να το πάρουν προσωπικά. Να νιώσουν ότι δεν τους αγαπά. Ότι κάτι άλλαξε. Ότι οι νέοι γονείς βάζουν ψυχρούς κανόνες εκεί που παλιά υπήρχε αυθορμητισμός. Και κάπου εκεί, αν ο γονιός απαντήσει απότομα ή με ύφος «εμείς αυτά δεν τα κάνουμε», η κατάσταση φορτίζεται ακόμη περισσότερο.
Η αλήθεια είναι ότι αυτή η συζήτηση χρειάζεται λεπτότητα. Δεν έχει νόημα να αντιμετωπίζεις τους μεγαλύτερους σαν να είναι το πρόβλημα. Ούτε βοηθά να τους ακυρώνεις. Αυτό που χρειάζεται είναι να εξηγήσεις ήρεμα ότι δεν απορρίπτεις τη στοργή τους. Απλώς προσπαθείς να μάθεις στο παιδί ότι έχει λόγο για το σώμα του. Ότι μπορεί να αγαπά τη γιαγιά του και παρ’ όλα αυτά να μη θέλει εκείνη τη στιγμή να την αγκαλιάσει.
Όταν οι παππούδες καταλάβουν ότι δεν χάνουν τη θέση τους, αλλά καλούνται να τη ζήσουν με έναν νέο τρόπο, τα πράγματα μαλακώνουν. Μια κοινή συνήθεια, ένα παιχνίδι, μια μικρή τελετουργία μεταξύ τους, μπορούν να γίνουν εξίσου τρυφερά με μια αγκαλιά. Και συχνά πολύ πιο ουσιαστικά.
Η συναίνεση δεν παγώνει τις σχέσεις, τις κάνει πιο αληθινές
Υπάρχει ένας κλασικός φόβος που ακούγεται συχνά. Μήπως, λέει, έτσι μεγαλώσουμε παιδιά απόμακρα, ψυχρά, παιδιά που δεν θα ξέρουν να δείχνουν αγάπη. Όμως αυτό είναι μια πολύ βιαστική ανάγνωση. Γιατί η συναίνεση δεν σκοτώνει τη ζεστασιά. Της αφαιρεί μόνο την υποχρέωση.
Όταν ένα παιδί ξέρει ότι δεν θα πιεστεί, τότε η αγκαλιά που θα δώσει έρχεται αληθινά. Δεν είναι προϊόν ντροπής, ενοχής ή κοινωνικής πίεσης. Είναι επιλογή. Και όταν η τρυφερότητα είναι επιλογή, έχει άλλο βάρος. Είναι πιο ειλικρινής, πιο καθαρή, πιο βαθιά.
Αυτό είναι ίσως και το πιο σημαντικό. Το παιδί μαθαίνει ότι μπορεί να αγαπά χωρίς να ακυρώνει τον εαυτό του. Ότι η εγγύτητα δεν χρειάζεται να περνά μέσα από εξαναγκασμό. Ότι οι σχέσεις που αξίζουν είναι εκείνες όπου υπάρχει χώρος και για το «ναι» και για το «όχι». Κι αυτό, στην πραγματικότητα, είναι ένα από τα πιο γερά θεμέλια για υγιείς δεσμούς.
Οι άβολες στιγμές θα υπάρξουν, αλλά δεν είναι λόγος να γυρίσεις πίσω
Ναι, θα υπάρξουν στιγμές που θα νιώσεις άβολα. Θα υπάρξουν βλέμματα που λένε «τι παιδί μεγαλώνετε». Θα υπάρξουν ίσως σχόλια του τύπου «εμείς αλλιώς μάθαμε». Μπορεί ακόμη και να χρειαστεί να επαναλάβεις την ίδια εξήγηση περισσότερες από μία φορές. Αυτά είναι μέσα στο πρόγραμμα.
Όμως κάθε φορά που στέκεσαι δίπλα στο παιδί σου όταν εκφράζει ένα όριο, του δίνεις ένα πολύ ισχυρό μήνυμα. Του δείχνεις ότι η φωνή του έχει σημασία. Ότι δεν χρειάζεται να παραμερίζει αυτό που νιώθει για να ικανοποιήσει τους άλλους. Ότι μέσα στην οικογένεια, που υποτίθεται είναι ο πιο ασφαλής χώρος, ο σεβασμός δεν είναι διαπραγματεύσιμος.
Και τελικά, εκεί βρίσκεται όλο το νόημα. Τα όρια δεν διαλύουν την οικογένεια. Την ωριμάζουν. Την αναγκάζουν να βρει πιο συνειδητούς, πιο καθαρούς τρόπους σύνδεσης. Ίσως λιγότερο αυτόματους, αλλά πολύ πιο ουσιαστικούς.
Οι αγκαλιές δεν θα χαθούν επειδή ένα παιδί έχει δικαίωμα να πει όχι. Το πιθανότερο είναι ότι θα αποκτήσουν μεγαλύτερη αξία. Γιατί θα δίνονται όταν πραγματικά θέλει. Και τότε, ναι, θα σημαίνουν πολύ περισσότερα.

Γεια σου φίλη! Είμαι η Μάρθα και αγαπώ καθετί καινούργιο! Παρόλο που ξεκίνησα με σπουδές στη Διοίκηση Επιχειρήσεων, το πάθος μου για τη γραφή με οδήγησε στη Δημοσιογραφία, όπου ολοκλήρωσα το μεταπτυχιακό μου στο ΕΚΠΑ. Πάντα με γοήτευε ο κόσμος του lifestyle, της μόδας, της ομορφιάς και της διακόσμησης (ζυγός που θέλει αρμονία), και τώρα έχω τη χαρά να μοιράζομαι τις δικές μου ιδέες και σκέψεις μαζί σου. Είσαι έτοιμη για αυτό το ταξίδι;


Leave a Reply