Impostor syndrome ή “σύνδρομο του απατεώνα” όπως είναι η ακριβής, αν και όχι και τόσο εύηχη μετάφραση του όρου, είναι η ονομασία ενός ψυχολογικού pattern όπου το άτομο αμφισβητεί, πάγια, τις ικανότητές του, τα ταλέντα και τις επιτυχίες του, ζώντας με έναν έντονο, εσωτερικευμένο μόνιμο φόβο ότι θα αποκαλυφθεί ως “απατεώνας”, κοινώς ότι η φαντασιακή του ανικανότητα θα γίνει γνωστή στους πάντες. Συνήθως τα άτομα που παρουσιάζουν το συγκεκριμένο σύνδρομο αποδίδουν λανθασμένα την όποια επιτυχία τους στην τύχη, ή την θεωρούν αποτέλεσμα εξαπάτησης (ότι έπεισαν κάποιον ότι είναι πιο ευφυείς από ότι είναι στην πραγματικότητα). Πέρα από αισθήματα κατωτερότητας, άγχους και φόβου, το συγκεκριμένο σύνδρομο μπορεί να λειτουργήσει και επιβαρυντικά σε περιπτώσεις με προβλήματα ψυχικής υγείας, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε υποτίμηση των συμπτωμάτων τους, πάντα στο πλαίσιο της πεποίθησής τους ότι δεν αξίζουν, κατά συνέπεια και τα προβλήματα υγείας τους δεν αξίζουν προσοχής.

Ο όρος χρησιμοποιήθηκε αρχικά στα 1970s από τις ψυχολόγους Suzanna Imes και Pauline Rose Clance και αρχικά θεωρείτο μια κατάσταση που αφορούσε κυρίως τις επιτυχημένες γυναίκες. Έκτοτε, χάρη σε περαιτέρω μελέτη, έχει αναγνωριστεί ότι αφορά και τα δύο φύλα και δεν είναι απαραίτητα συνδεδεμένο με επίπεδα επιτυχίας. Κάποια χαρακτηριστικά του συνδρόμου είναι τα παρακάτω:

  • αυτοαμφισβήτηση
  • ανικανότητα να εκτιμήσουμε τις ικανότητες μας σωστά
  • απόδοση της επιτυχίας μας σε εξωτερικούς παράγοντες
  • υποτίμηση των επιδόσεών μας
  • φόβος άτι δεν θα ανταπεξέλθουμε στις απαιτήσεις μιας εργασίας/ κατάστασης
  • υπερπροσπάθεια
  • αυτοσαμποτάζ
  • επιλογή εξαιρετικά υψηλών στόχων και φυσικά, η απογοήτευση που ακολουθεί όταν δεν επιτυγχάνονται.

Για ελάχιστους, το συγκεκριμένο σύνδρομο λειτουργεί ευεργετικά, σαν κινητήριος δύναμη, με την μορφή ενός μόνιμου άγχους το οποίο με τη σειρά του μεταφράζεται ως πολύωρη προετοιμασία για κάτι το οποίο δεν είναι και τόσο απαιτητικό. Αυτό με τη σειρά του τροφοδοτεί έναν φαύλο κύκλο, όπου η υπερπροσπάθεια (ή η πολύωρη προετοιμασία που αναφέραμε) είναι στο μυαλό μας ο πραγματικός λόγος πίσω από την όποια επιτυχία, γεγονός που μετά “μεταφράζεται” σε μια λογική κατά την οποία ο μόνος τρόπος να πετύχουμε κάτι είναι με το να αγχωνόμαστε υπερβολικά.
Το πρόβλημα με το συγκεκριμένο σύνδρομο είναι ότι ακόμα και κάτι θετικό, όπως η επιτυχία σε μια επαγγελματική παρουσίαση π.χ. δεν είναι ικανό να αλλάξει την εντύπωσή μας οτι δεν αξίζουμε, καθώς οι επιτυχίες τροφοδοτούν τον κύκλο της αυτοαμφισβήτησης, αποτρέποντας μας από το να αναγνωρίσουμε στον εαυτό μας ότι κάναμε σωστά κάτι.

Αν και το “σύνδρομο του απατεώνα” δεν μπορεί να συγκαταλεχθεί στις ψυχικές ασθένειες, δεν παύει να είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο, καθώς εκτιμάται ότι τουλάχιστον 7 στους 10 συνανθρώπους μας έχουν βιώσει τουλάχιστον ένα επεισόδιο του φαινομένου κατά τη διάρκεια της ζωής τους.

Ένας τρόπος να αναγνωρίσουμε το σύνδρομο του απατεώνα είναι να κάνουμε στον εαυτό μας τις παρακάτω ερωτήσεις:

  • Αγχώνομαι για κάθε μικρό λάθος ή ελάττωμα στην εργασία μου, ασχέτως σημαντικότητας;
  • Αποδίδω την επιτυχία μου σε τύχη ή άλλους εξωτερικούς παράγοντες;
  • είμαι υπερευαίσθητος στην κριτική, ακόμα και όταν είναι εποικοδομητική;
  • Νιώθω φόβο ότι θα αποκαλύψει κάποιος ότι δεν είμαι τόσο ικανός/η όσο νομίζω;
  • Υποτιμώ τις ικανότητές μου, ακόμα και σε τομείς όπου αυτές είναι αυτονόητες;

Αν η απάντηση σε αυτές τις ερωτήσεις είναι πιο συχνά θετική από ότι αρνητική, μπορεί να ανήκετε κι εσείς σε αυτή την κατηγορία. Αν τα αισθήματα αυτοαμφισβήτησης που χαρακτηρίζουν το σύνδρομο του απατεώνα είναι έντονα, το πρόσωπο που τα νιώθει θα πρέπει να μιλήσει με έναν θεραπευτή, καθώς μπορεί να έχουν συνέπειες σε πολλά σημεία της ζωής του. Σε επίπεδο αιτιών πίσω από αυτό το condition, πλέον ξέρουμε ότι συγκεκριμένοι παράγοντες μπορεί να συνεισφέρουν στην εμφάνισή του. Μια οικογένεια όπου τα σχολικά/ επαγγελματικά κατορθώματα αποτελούσαν ανέκαθεν αντικείμενο θαυμασμού από όλους ή γονείς που συνέδεαν τις επιδόσεις των παιδιών τους στο σχολείο με την παροχή προσοχής ή την συναισθηματική επιβράβευση. Επίσης ξέρουμε πλέον ότι και η ανάληψη ενός νέου ρόλου μπορεί να λειτουργήσει ως trigger για την εμφάνιση του. Αυτό μπορεί να είναι π.χ. η μετάβαση από μαθητής σε φοιτητής ή μια καινούρια θέση εργασίας.

To impostor syndrome μπορεί να εμφανιστεί με διαφορετικούς τρόπους, παρακάτω είναι κάποιοι από τους βασικούς τύπους που έχουν αναγνωριστεί:

Ο τελειομανής”: Δεν ικανοποιούνται ποτέ και πάντα πιστεύουν ότι θα μπορούσαν να κάνουν καλύτερη δουλειά. Αντί να εστιάζουν σε όσα μπορούν να κάνουν καλά, εστιάζουν σε ελαττώματα και λάθη. Συχνά οδηγεί σε υψηλά επίπεδα άγχους και αυτοεπιβαλλόμενης πίεσης.

O υπερήρωας”: Τα αισθήματα ανεπάρκειας ωθούν σε υπερπροσπάθεια.

O ειδικός”: Σε μόνιμη αναζήτηση νέων γνώσεων καθώς δεν είναι ποτέ ικανοποιημένοι με το επίπεδο της κατανόησής που βρίσκονται. Αν και συχνά πρόκειται για εξαιρετικά ταλαντούχα άτομα, μπορεί να υποτιμούν συνεχώς τις όποιες ικανότητές τους.

H διάνοια”: Θέτουν εξαιρετικά υψηλούς στόχους για τον εαυτό τους και αν δεν τους επιτύχουν αμέσως καταρρακώνονται.

O σολίστας”: Τείνουν να εργάζονται ως μονάδα, η αυτοπεποίθησή τους είναι άμεσα συνδεδεμένη με την παραγωγικότητά τους, κατά συνέπεια συχνά αρνούνται να δεχτούν βοήθεια από κάποιον άλλον καθώς, στο μυαλό τους, αυτό αποτελεί παραδοχή αδυναμίας ή ανικανότητας.

Τέλος, μην ξεχνάτε, αν έχετε νιώσει και εσείς παρόμοια, αυτό σημαίνει ότι έχετε κάποιες επιτυχίες στη ζωή σας τις οποίες αποδίδετε σε απλή τύχη. Προσπαθήστε να δείτε θετικά αυτό το γεγονός, εκφράζοντας ευγνωμοσύνη στον εαυτό σας για τα όσα έχετε ήδη καταφέρει. Μην είστε τόσο αυστηροί με τον εαυτό σας. Και πάνω από όλα, αν νιώθετε ότι αυτά τα αισθήματα αυξάνονται και αποτελούν πρόβλημα στην καθημερινότητά σας, απευθυνθείτε σε έναν επαγγελματία ψυχικής υγείας.